Η διοίκηση του Αγίου Όρους
Γενικά στοιχεία
Τα μοναστήρια
Οι σκήτες
Αγιορείτες Άγιοι
Θαυματουργές εικόνες
Η ζωή στο Άγιο Όρος
Η τέχνη στο Άγιο Όρος


Η διοίκηση του Αγίου Όρους καθ΄ όλη τη µακραίωνη ιστορική του πορεία, από τότε δηλαδή που επίσηµα οργανώθηκε σε αυτό ο µοναχικός βίος, µε την έκδοση του Τυπικού του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιµισκή το 972 µέχρι και σήµερα ακόµη, εξακολουθεί να διέπεται από ένα ιδιόµορφο πολιτικό και εκκλησιαστικό καθεστώς. Κι αυτό φαίνεται πολύ καθαρά µέσα από τα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα (διατάγµατα) και "Τυπικά", τα Πατριαρχικά σιγίλλια (έγγραφα), τα σουλτανικά φιρµάνια, τους "Γενικούς Κανονισµούς" του Οικουµενικού Πατριαρχείου και τη µεταγενέστερη νοµοθεσία. Σήµερα, ύστερα από τη Συνθήκη των Σεβρών της 10ης Αυγούστου 1920, που επικυρώθηκε µε τη συνθήκη της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923, το Άγιο Όρος υπάγεται στην κυριαρχία της Ελλάδος και διοικείται σύµφωνα µε τα όσα ορίζονται ρητά:

Πρώτο: στο άρθρο 105 του ισχύοντος Συντάγµατος της Ελλάδος του 1975/1986, το οποίο αποτελεί ακριβή επανάληψη των όσων περιλαµβάνονταν στα προηγούµενα Συντάγµατα. ∆ηλαδή στα άρθρα: 106-109 του Συντάγµατος της ∆΄ Εθνικής Συνελεύσεως των Αθηνών που δηµοσιεύτηκε το 1926, στα άρθρα 109-112 του Συντάγµατος του 1927, στο άρθρο 103 του Συντάγµατος του 1952 και στο άρθρο 122 του Συντάγµατος του 1968.

∆εύτερο: στον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, ο οποίος αρχικά συντάχτηκε από µια πενταµελή επιτροπή στις Καρυές τον Μάϊο του 1924 και ψηφίστηκε από την Έκτακτη ∆ιπλή Σύναξι των Είκοσι Μονών, που στη συνέχεια υποβλήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία αφού το έδωσε για επεξεργασία σε µια ειδική Επιτροπή που έλαβε υπόψη της και τις τροποποιήσεις που πρότεινε το Οικουµενικό Πατριαρχείο, προχώρησε στην κύρωσή του µε το Νοµοθετικό ∆ιάταγµα της 10/16 Σεπτεµβρίου 1926.

Τρίτο: στο Νοµοθετικό ∆ιάταγµα της 10/16 Σεπτεµβρίου 1926 "περί κυρώσεως του Καταστατικού Χάρτου του Αγίου Όρους". Και τούτο γιατί σ΄ αυτό περιλαµβάνονται και άλλες διατάξεις που ρυθµίζουν την οργάνωση, τη διοίκηση και την απονοµή της δικαιοσύνης στο Άγιο Όρος.

Τέταρτο: σε διατάξεις αυτοκρατορικών χρυσοβούλλων, Πατριαρχικών σιγιλλίων, σουλτανικών φιρµανίων κ.α. που δεν καταργήθηκαν από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους και το Νοµοθετικό ∆ιάταγµα της 10/16 Σεπεµβρίου 1926.

Πέµπτο: στις κανονικές διατάξεις της Έκτακτης Εικοσαµελούς Συνάξεως. Οι διατάξεις αυτές εκδίδονται ύστερα από σχετική εξουσιοδότηση, αλλά για να ισχύσουν πρέπει πρώτα να κοινοποιηθούν στο ∆ιοικητή του Αγίου Όρους και στη συνέχεια να επικυρωθούν από τον Υπουργό των Εξωτερικών, εκτός αν και οι διατάξεις αυτές αναφέρονται σε θέµατα καθαρά πνευµατικής φύσεως, οπότε ανακοινώνονται για έγκριση στο Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Έκτο: στους Εσωτερικούς Κανονισµούς των Μονών και των Σκητών, οι οποίοι εγκρίνονται από την Ιερά Κοινότητα και τις Κυρίαρχες Μονές, υπό την προϋπόθεση βέβαια να µην έρχονται αυτοί σε αντίθεση µε τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Έβδοµο: σε έθιµα που δεν καταργήθηκαν.

Και επί τη βάσει των νοµοθετικών αυτών κειµένων που προαναφέρθηκαν θα παρουσιαστεί µε πολλή συντοµία η όλη δοµή του διοικητικού συστήµατος που επικρατεί σήµερα στο Άγιο Όρος. Έτσι, η χερσόνησος του Άθω, από τη Μεγάλη Βίγλα και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Αγίου Όρους είναι, σύµφωνα µε το αρχαίο προνοµιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τµήµα του Ελληνικού Κράτους, του οποίου η κυριαρχία πανω σ' αυτό παραµένει άθικτη. Από πνευµατική άποψη το Άγιο Όρος διατελεί υπό την άµεση δικαιοδοσία του Οικουµενικού Πατριαρχείου. Όλοι όσοι µονάζουν σ΄ αυτό αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια µόλις προσληφθούν ως δόκιµοι ή µοναχοί, χωρίς άλλη διατύπωση. Το Άγιο Όρος διοικείται, σύµφωνα µε το καθεστώς του, από τις είκοσι Ιερές Μονές του, µεταξύ των οποίων είναι κατανεµηµένη ολόκληρη η χερσόνησος του Άθω, το έδαφος της οποίας είναι αναπαλλοτρίωτο.

Η διοίκηση του ασκείται από αντιπροσώπους των Ιερών Μονών, οι οποίοι αποτελούν την Ιερή Κοινότητα. ∆εν επιτρέπεται καµία απολύτως µεταβολή στο διοικητικό σύστηµα ή στον αριθµό των Μονών του Αγίου Όρους, ούτε στην ιεραρχική τάξη και τη θέση τους προς τα υποτελή τους εξαρτήµατα.

Απαγορεύεται να εγκαταβιώνουν στο Άγιο Όρος ετερόδοξοι ή σχισµατικοί.

Ο λεπτοµερής καθορισµός των αγιορειτικών καθεστώτων και του τρόπου της λειτουργίας τους γίνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του Αγίου Όρους, τον οποίο, µε σύµπραξη του αντιπροσώπου του Κράτους, συντάσσουν και ψηφίζουν οι είκοσι Ιερές Μονές και τον επικυρώνουν το Οικουµενικό Πατριαρχείο και η Βουλή των Ελλήνων.

Η ακριβής τήρηση των αγιορειτικών καθεστώτων τελεί ως προς το πνευµατικό µέρος υπό την ανωτάτη εποπτεία του Οικουµενικού Πατριαρχείου και ως προς το διοικητικό µέρος υπό την εποπτεία του Κράτους, στο οποίο ανήκει αποκλειστικά και η διαφύλαξη της δηµόσιας τάξης και ασφάλειας.

Οι πιο πάνω εξουσίες του Κράτους ασκούνται από ∆ιοικητή, του οποίου και τα δικαιώµατα και τα καθήκοντα καθορίζονται µε νόµο. Με νόµο επίσης καθορίζονται η δικαστική εξουσία που ασκούν οι µοναστηριακές αρχές και η Ιερή Κοινότητα, καθώς και τα τελωνειακά και φορολογικά πλεονεκτήµατα του Αγίου Όρους (άρθρ. 105 && 1-5 του Συντάγµατος 1975/86).

Έτσι από τη διάταξη αυτή του Συντάγµατος, στο Άγιο Όρος πρέπει να συνυπάρχουν δύο διοικητικές Αρχές. Μία Πολιτική ∆ιοικητική Αρχή και µία Μοναστηριακή ∆ιοικητική Αρχή. Στην πρώτη υπάγεται ο ∆ιοικητής του Αγίου Όρους, ο οποίος διορίζεται µε Π.∆ιάταγµα που προκαλείται από τον Υπουργό των Εξωτερικών, στη δικαιοδοσία του οποίου και ανήκει. Ο ∆ιοικητής δεν εποπτεύει µόνο σε ότι αφορά στη δηµόσια τάξη και ασφάλεια, αλλά και στην τήρηση του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους. Επίσης ο ίδιος προκαλεί και την προσοχή της Ιερής Κοινότητας για τις παραβάσεις που κάνει οποιαδήποτε Μοναστηριακή Αρχή που βρίσκεται στο Άγιο Όρος. Κατά την ενάσκηση δε των καθηκόντων του αυτών, ο ∆ιοικητής έρχεται σε άµεση επαφή µε την Ιερή Κοινότητα και τις άλλες Μοναστηριακές Αρχές αλληλογραφώντας µε αυτές. Σε περίπτωση δε απουσίας ή κωλύµατός του αναπληρώνεται από τον γραµµατέα του. Επίσης ο ∆ιοικητής είναι εκείνος ο οποίος διατάζει τα όργανα που βρίσκονται στη δικαιοδοσία του, δηλαδή τη δύναµη της χωροφυλακής και το προσωπικό της ∆ιοίκησης, για την εκτέλεση των αποφάσεων της Ιερής Κοινότητας και των Μοναστηριακών Αρχών (άρθρ.3-5,Ν.∆. 10/16.9.1926).

Και στη δεύτερη, στη Μοναστηριακή δηλαδή ∆ιοικητική Αρχή, προκειµένου να εξασφαλιστεί η αυτοδιοίκηση που υπάρχει στο Άγιο Όρος, υπάγονται τόσο τα επιµέρους διοικητικά, µονοπρόσωπα και συλλογικά όργανα καθεµιάς από τις είκοσι Ιερές Κυριαρχικές, Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές, που ούτε ο αριθµός τους, ούτε η ιεραρχική τους τάξη µπορεί να µεταβληθεί, όσο και τα γενικά διοικητικά όργανα του Αγίου Όρους, που είναι η Ιερή Κοινότητα, η Ιερή Επιστασία και η Έκτακτη Εικοσαµελής Σύναξη.

Και οι Μονές αυτές λέγονται: "Κυρίαρχες", γιατί όχι µόνον έτσι ονοµάζονται αυτές στο Άγιο Όρος και αυτοδιοικούνται σύµφωνα µε το δικό τους Εσωτερικό Κανονισµό, αλλά και γιατί σε αυτές υπάγονται όλα τα Εξαρτήµατα που βρίσκονται στο Άγιο Όρος, δηλαδή οι Σκήτες, τα Κελλιά, οι Καλύβες, τα ησυχαστήρια και τα καθίσµατα κατά τα ανέκαθεν κρατούντα. "Βασιλικές και Πατριαρχικές" γιατί είτε ιδρύονταν, είτε προστατεύονταν αντίστοιχα από βασιλείς ή Πατριάρχες, και "Σταυροπηγιακές", γιατί τοποθετείται σε αυτές σταυρός που αποστέλλεται από το Οικουµενικό Πατριαρχείο. Έτσι οι Μονές κατά ιεραρχική αµετάβλητη τάξη, η οποία δεν µπορεί να αυξοµειωθεί, είναι:

  1. της Μεγίστης Λαύρας που ιδρύθηκε το 963.
  2. του Βατοπεδίου που ιδρύθηκε το 972.
  3. των Ιβήρων που ιδρύθηκε επίσης το 972.
  4. του Χιλανδαρίου που ιδρύθηκε το 1197 και είναι σερβική.
  5. του ∆ιονυσίου που ιδρύθηκε το 1375.
  6. του Κουτλουµουσίου που ιδρύθηκε το 12 αιώνα.
  7. του Παντοκράτορος που ιδρύθηκε το 1363.
  8. του Ξηροποτάµου που ιδρύθηκε το 970 ( ; ).
  9. του Ζωγράφου που ιδρύθηκε γύρω στο 973 και είναι βουλγαρική.
  10. του ∆οχειαρίου που ιδρύθηκε γύρω στο 970.
  11. του Καρακάλλου που ιδρύθηκε στις αρχές του 11ου αιώνα.
  12. του Φιλοθέου που ιδρύθηκε γύρω στα τέλη του 10ου αιώνα.
  13. της Σίµωνος Πέτρας που ιδρύθηκε το πρώτο µισό του 14ου αιώνα.
  14. του Αγίου Παύλου που ιδρύθηκε το δεύτερο µισό του 10ου αιώνα.
  15. του Σταυρονικήτα από το 1541.
  16. του Ξενοφώντος που ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα.
  17. του Γρηγορίου που ιδρύθηκε πριν από τα µέσα του 14ου αιώνα.
  18. του Εσφιγµένου που ιδρύθηκε στα τέλη του 10ου αιώνα.
  19. του Ρωσικού (του Παντελεήµονος) που ιδρύθηκε το 10ο αιώνα, και
  20. του Κωνσταµονίτου που ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα.

Οι Μονές αυτές παλαιότερα διακρίνονταν σε "κοινόβιες" και σε "ιδιόρρυθµες" ανάλογα µε τον τρόπο της οργάνωσης και της διοίκησής τους. Σήµερα εξακολουθούν όχι µόνον να αυτοδιοικούνται, να διοικούνται δηλαδή σύµφωνα µε τα όσα ορίζει ο Εσωτερικός τους Κανονισµός, ο οποίος ψηφίζεται από τις ίδιες και εγκρίνεται από την Ιερή Κοινότητα που τις εποπτεύει, αλλά και να διαχειρίζονται µόνες τους τις περιουσίες τους. Έτσι σήµερα όλες ανεξαιρέτως οι Μονές του Αγίου Όρους είναι κοινόβιες και στα Εξαρτήµατα των Κυρίαρχων αυτών Μονών, όπως αναφέρθηκε, ανήκουν: Οι "Σκήτες", δηλαδή ένα σύνολο "καλυβών" (βλ. περισσότερα πιο κάτω) ή "καλυβιών" ή και µικρότερων ακόµη οικηµάτων, όπως είναι τα "ησυχαστήρια", τα "καθίσµατα ", τα "ερηµητήρια" και οι "εγκλείστρες", το οποίο διέπεται από έναν Εσωτερικό Κανονισµό που εγκρίνεται από την Κυρίαρχη Μονή.

Οι Σκήτες είναι δώδεκα. Τέσσερις κοινόβιες και οκτώ ιδιόρρυθµες.

Κοινόβιες είναι: 1) η Σκήτη επ' ονόµατι της Κοιµήσεως της Θεοτόκου (Βογορόδιτσα) της Μονής του Αγίου Παντελεήµονος (του Ρωσικού), 2) η Σκήτη επ' ονόµατι του Προφήτη Ηλία της Μονής του Παντοκράτορος, 3) η Σκήτη επ' ονόµατι του Τιµίου Προδρόµου της Μονής Μεγίστης Λαύρας και 4) η Σκήτη επ' ονόµατι του Αγίου Ανδρέου της Μονής Βατοπεδίου.

Ιδιόρρυθµες είναι: 1) η Σκήτη επ΄ ονόµατι της Αγίας Άννας της Μονής Μεγίστης Λαύρας, 2) η Σκήτη της ίδιας Μονής επ' ονόµατι της Αγίας Τριάδας- Καυσοκαλυβίων, 3) η Σκήτη επ΄ονόµατι του Τιµίου Προδρόµου της Μονής των Ιβήρων, 4) η Σκήτη του Αγίου ∆ηµητρίου της Μονής Βατοπεδίου, 5) η Σκήτη επ΄ονόµατι του Αγίου Παντελεήµονος της Μονής Κουτλουµουσίου, 6) η Σκήτη επ΄ ονόµατι του Γενεσίου της Θεοτόκου (Νέα Σκήτη) της Μονής του Αγίου Παύλου, 7) η Σκήτη της ίδιας Μονής επ' ονόµατι του Αγίου ∆ηµητρίου (Λάκκου) και 8) η Σκήτη επ' ονόµατι του Ευαγγελισµού της Θεοτόκου της Μονής Ξενοφώντος. Κάθε Σκήτη οφείλει να τηρεί αναλλοίωτη την οργάνωση και τη διοίκησή της που της καθορίζεται από έναν Εσωτερικό Κανονισµό, ο οποίος εγκρίνεται από την Κυρίαρχη Μονή και ο οποίος δεν πρέπει να έρχεται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Τα "Κελλιά", ένα είδος, δηλαδή, µοναστικών αγροτικών οικηµάτων, όπου σε κάθε ένα από αυτά ασκείται ένας µοναχός που καλείται γέροντας και είναι εξοικειωµένος µε τη µοναστική ζωή, γιατί ασκήθηκε ως αδελφός στην Κυρίαρχη Μονή. Αν και τον γέροντα αυτόν συνήθως τον ακολουθούν και δύο ακόµη µοναχοί. Παρά ταύτα τα τρία αυτά πρόσωπα του κάθε Κελλιού µπορούν να προσλάβουν και άλλους ακόµη τρεις δόκιµους µοναχούς ή υποτακτικούς, χωρίς όµως να επιτρέπεται η παραπέρα αύξηση του αριθµού της.

Οι "Καλύβες", τα "ησυχαστήρια", τα "καθίσµατα", τα "ερηµητήρια" και οι "εγκλείστρες" είναι τόποι ιεροί των Κυρίαρχων Μονών, στους οποίους ασκείται ένας συνήθως µοναχός, ο οποίος ζει από τα ελέη των Μονών και τους καρπούς της γης.

Στα µονοπρόσωπα διοικητικά όργανα των Μονών και των Εξαρτηµάτων τους υπάγονται: Ο Ηγούµενος για τις Μονές. Αυτός είναι αιρετός και ισόβιος. Και για να εκλεγεί πρέπει όχι µόνο να έχει: α) χρηστό ήθος, σταθερή ευσέβεια, ανεπίλεπτη διαγωγή, εκκλησιαστική µόρφωση, εγκύκλιο παιδεία και διοικητική ικανότητα, β) ηλικία 40 τουλάχιστον ετών, και γ) κουρά στο Άγιο Όρος, προτιµωµένου εκείνου που είχε εγγραφεί στη Μονή πριν από 10 χρόνια, αλλά και να µην έχει καταδικαστεί για κατάχρηση µοναστηριακής περιουσίας. Και σε περίπτωση που διαπιστωθεί από την αδελφότητα της Μονής, πως δεν υπάρχει µεταξύ των αδελφών της κανένας υποψήφιος µε τα προσόντα που ορίζει ρητά ο Καταστατικός Χάρτης, τότε επιτρέπεται να προσκληθεί οποιοσδήποτε µοναχός από το Άγιο Όρος, ο οποίος θεωρείται κατάλληλος για Ηγούµενος της Μονής. Τον Ηγούµενο τον εκλέγουν µε µυστική ψηφοφορία όλοι οι αδελφοί της Μονής που έχουν συµπληρώσει εξαετία από τότε που εκάρησαν µοναχοί. Το αντίγραφο του Πρακτικού της εκλογής αποστέλλεται στην Ιερή Κοινότητα για την εγκατάσταση του Ηγουµένου σύµφωνα µε τα έθιµα που ισχύουν και για τη γνωστοποίηση της εκλογής του στο Οικουµενικό Πατριαρχείο.

Ο Ηγούµενος, ως πνευµατικός πατέρας, ασκεί µόνος του την πνευµατική εξουσία πάνω στους αδελφούς της Μονής. Επιβλέπει, δηλαδή, την ψυχική τους κατάσταση, προλαµβάνει κάθε εκτροπή τους και τους καθοδηγεί µε τη διδασκαλία και την υποδειγµατική του ζωή στον προορισµό τους. Γι' αυτό και οι αδελφοί του µοναχοί οφείλουν να τον σέβονται και να τον υπακούουν. Ενώ κατά την άσκηση της διοικητικής του εξουσίας οφείλει να συνεργάζεται υποχρεωτικώς µε την "Επιτροπή" (βλ. πιο κάτω) έτσι ώστε να µην είναι δυνατή καµιά ενέργειά του χωρίς τη γνώµη της "Επιτροπής", όπως και της "Επιτροπής" χωρίς τη γνώµη του Ηγούµενου. Κι αυτό γιατί τόσο ο Ηγούµενος, όσο και η "Επιτροπή" αποτελούν και οι δύο µαζί, την εκτελεστική Αρχή των αποφάσεων της "Γεροντίας" (βλ. πιο κάτω). Τέλος, σε καµιά περίπτωση δεν επιτρέπεται τόσο η συγκέντρωση όλης της διοικητικής εξουσίας στα χέρια του Ηγούµενου, όσο και ο σφετερισµός των δικαιωµάτων της "Επιτροπής" ή της Γεροντίας από τον ίδιο.

Ο ∆ικαίος για τις Σκήτες. Αυτός για να εκλεγεί, πρέπει να είναι ένας από τους γέροντες των Καλυβών που να διακρίνεται για την αρετή του και τη διοικητική του ικανότητα από την κυρίαρχη Μονή του. Τον ∆ικαίο τον εκλέγουν στις αρχές Μαϊου οι Γέροντες των Καλυβών και η θητεία του είναι ετήσια. Τα καθήκοντα του εκάστοτε ∆ικαίου είναι να κατοικεί στο οίκηµα και όχι στην καλύβα του, να φροντίζει για την εσωτερική τάξη της Σκήτης, να φιλοξενεί τους ξένους, να τελεί τις ακολουθίες στο Κυριακό, δηλαδή στο ναό, να επαγρυπνεί µαζί µε τους "Συµβούλους" για τη διαγωγή όλων που βρίσκονται στη Σκήτη, νουθετώντας τους και συµβουλεύοντάς τους, να καταγγέλει εκείνους που είναι δύστροποι και αδιόρθωτοι στη "Σύναξη των Γερόντων" και µέσω αυτής στην Κυρίαρχη Μονή, να επιδιώκει µαζί µε τους "Συµβούλους" συµβιβαστική λύση για τις διαφορές που αναφύονται και να εκτελεί επίσης µαζί τους τις αποφάσεις της "Συνάξεως των Γερόντων" και να διαφυλάττει υπευθύνως τα ιερά κειµήλια, σκεύη, άµφια, χειρόγραφα, βιβλία και όλα γενικώς τα αντικείµενα της Σκήτης που έχουν αξία.

Στα συλλογικά διοικητικά όργανα των Μονών και των Εξαρτηµάτων τους υπάγονται:
Η "Επιτροπή" και η "Γεροντία" για τις Κυρίαρχες Μονές και οι "Σύµβουλοι" και η "Σύναξη των Γερόντων" για τις Σκήτες. Εδώ θα πρέπει να ειπωθεί πως παλαιότερα στα συλλογικά διοικητικά όργανα των Ιδιόρρυθµων Μονών υπάγονταν η "∆ιοικούσα Επιτροπή" και η "Σύναξη των Προισταµένων". Η "Επιτροπή" αποτελείται από δύο ή τρία µέλη τα οποία προέρχονται από τη "Γεροντία". Η θητεία τους είναι ετήσια και εκλέγονται επίσης από τη "Γεροντία". Η "Επιτροπή" συνεργάζεται πάντοτε µε τον Ηγούµενο που είναι Πρόεδρος της και ασκούν µαζί µε τη διοίκηση και τη διαχείριση της Μονής. Οι υποψήφιοι για µέλη της "Γεροντίας" πρέπει να διακρίνονται για το χρηστό τους ήθος και τη διοικητική τους ικανότητα. Αν και προτιµούνται πάντοτε οι κάτοχοι εκκλησιαστικής µόρφωσης και κάθε εγκυκλίου παιδείας. Τα περί της εκλογής τους αναφέρονται στον Εσωτερικό Κανονισµό της κάθε Μονής. Όσοι όµως εκλεγούν είναι ισόβιοι, εκτός κι αν εκπέσουν από το αξίωµά τους εξαιτίας καταδικαστικής αποφάσεως. Σε περίπτωση που ο Ηγούµενος ύστερα από την πρώτη και τη δεύτερη παρατήρηση της "Γεροντίας", η οποία αναγράφεται στα Πρακτικά, εξακολουθεί να µη διορθώνεται, τότε παύεται, αν το θελήσουν τα 2/3 των µελών της "Γεροντίας". ∆ιαφορετικά, εάν δεν το θελήσει η πλειοψηφία της αδελφότητας, τότε προσκαλείται η Ιερή Κοινότητα για να λύσει τη διαφορά, επειδή είναι η Ανώτατη Αρχή, η οποία εποπτεύει για την πιστή τήρηση του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους.

Τόσο τα µέλη της "Επιτροπής", όσο και τα µέλη της "Γεροντίας" οφείλουν να προβάλλουν τους εαυτούς τους ως παράδειγµα της κοινοβιακής ζωής, µε το να παρακάθονται σε κοινή τράπεζα µε τους αδελφούς τους, να διδάσκουν εµπράκτως της ακτηµοσύνη και την αγάπη, να φροντίζουν για τους ασθενείς και τους γέροντες, παρέχοντας πρώτα αυτοί πλήρη σεβασµό και κύρος προς τους κοινοβιακούς όρους και θεσµούς.

Οι "Σύµβουλοι" σε κάθε Σκήτη είναι δύο ως τέσσερις. Οι µισοί εκλέγονται όπως και ο ∆ικαίος και οι άλλοι µισοί εκλέγονται από την Κυρίαρχη Μονή. Σε περίπτωση που οι "Σύµβουλοι" είναι δύο, η θητεία τους είναι ετήσια. Σε περίπτωση όµως που οι "Σύµβουλοι" είναι τρεις, τότε κάθε έτος αντικαθίσταται ένας ή και περισσότεροι. Ενώ όταν είναι τέσσερις αντικαθίστανται ή µόνο οι δύο ή και οι τέσσερις σύµφωνα µε όσα ισχύουν σε κάθε Σκήτη. Κάθε Σκήτη έχει δική της σφραγίδα, η οποία φέρει το όνοµά της καθώς και το όνοµα της Κυρίαρχης Μονής. Είναι δε διαιρεµένη σε τρία ή τέσσερα τµήµατα, έτσι ώστε κάθε "Σύµβουλος" να κρατάει το ένα τµήµα της. Ο ∆ικαίος και οι "Σύµβουλοι" οφείλουν να συνεργάζονται και να προάγουν τα συµφέροντα της Σκήτης τους. ∆ιαφορετικά καµιά µονοµερής πράξη τους, εκτός από τα συνηθισµένα καθήκοντά τους, δεν µπορεί να θεωρηθεί ως έγκυρη. Στη "Σύναξη των Γερόντων" υποβάλλονται όλες οι σπουδαίες υποθέσεις της Σκήτης, αλλά οι αποφάσεις της πρέπει απαραιτήτως να εγκριθούν από την Κυρίαρχη Μονή.

Τέλος, στα γενικά διοικητικά όργανα του Αγίου Όρους, όπως αναφερθήκε, υπάγονται η Ιερή Κοινότητα, η Ιερή Επιστασία και η Έκτακτη Εικοσαµελής Σύναξη.

Η Ιερή Κοινότητα του Αγίου Όρους, η οποία εδρεύει στις Καρυές, είναι σώµα διαρκές, που αποτελείται από τους είκοσι αντιπροσώπους των ισάριθµων Κυριαρχικών Μονών του Αγίου Όρους. Οι αντιπρόσωποι αυτοί εκλέγονται ο καθένας από τη Μονή που προέρχεται σύµφωνα µε τον Εσωτερικό Κανονισµό της Μονής του, το βραδύτερο µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του µηνός Ιανουαρίου κάθε έτους. Οι υποψήφιοι για αντιπρόσωποι πρέπει να προέρχονται από τους αδελφούς της Μονής, να έχουν ηλικία πάνω από 30 χρόνια, να διακρίνονται για τη σύνεση και το ανεπίληπτο της ζωής τους, προτιµούµενοι πάντοτε όσοι έχουν εκκλησιαστική µόρφωση και εγκύκλιο παιδεία. Επίσης η υπηρεσία τους είναι ετήσια, αλλά µπορεί να παραταθεί και για άλλα έτη, αν η Μονή του τον επανεκλέξει.

Η Ιερή Κοινότητα συνεδριάζει τακτικώς τρεις φορές την εβδοµάδα και εκτάκτως όσες φορές παραστεί ανάγκη. Γι' αυτό και οι αντιπρόσωποι παραµένουν µονίµως στις Καρυές, για να προσέρχονται ανελλιπώς στις συνεδριάσεις της Ιερής Κοινότητας. Τη συζήτηση των συνεδριάσεων αυτών τη διευθύνει ο Πρωτοεπιστάτης. Και απαρτία σε αυτές υπάρχει όταν παρευρίσκονται τα 2/3 των αντιπροσώπων, δηλαδή 14 αντιπρόσωποι. Επίσης σε αυτές µπορεί να παρευρίσκονται και ο ∆ιοικητής του Αγίου Όρους σε περίπτωση που προσκληθεί.

Η Ιερή Επιστασία αντιπροσωπεύει την εκτελεστική εξουσία της Ιερής Κοινότητας και αποτελείται από τέσσερα µέλη. Γι' αυτό και οι είκοσι Ιερές Μονές διαιρούνται σε πέντε τετράδες, κάθε µία από τις οποίες ασκεί την Ιερή Επιστασία για ένα χρόνο ανά πενταετία και πιο συγκεκριµένα από την 1η Ιουνίου µέχρι τέλος Μαϊου. Προς τούτο αποστέλλεται κάθε έτος από κάθε Μονή καθεµιάς τετράδας ένας Επιστάτης, που έχει τα ίδια προσόντα µε εκείνα των αντιπροσώπων των Μονών. Ο Επιστάτης της πρώτης στην τάξη Μονής καλείται Πρωτεπιστάτης, είναι ο πρόεδρος της Ιερής Επιστασίας και ως σύµβολο της εξουσίας του κρατάει τη ράβδο του Πρώτου.

Οι πέντε τετράδες που προαναφέρθηκαν έχουν ως εξής:

  • Α΄ Τετράς: Μεγίστης Λαύρας, ∆οχειαρίου, Ξενοφώντος και Εσφιγµένου.
  • Β΄ Τετράς: Βατοπεδίου, Κουτλουµουσίου, Καρακάλλου και Σταυρονικήτα.
  • Γ΄ Τετράς: Ιβήρων, Παντοκράτορος, Φιλοθέου και Σίµωνος Πέτρας.
  • ∆΄ Τετράς: Χιλανδαρίου, Ξηροποτάµου, Αγίου Παύλου και Γρηγορίου.
  • Ε΄ Τετράς: ∆ιονυσίου, Ζωγράφου, Ρωσικού και Κωνσταµονίτου.

Οι Επιστάτες µένουν διαρκώς στις Καρυές και απουσιάζουν εναλλάξ και κατά ιεραρχική τάξη, όσες φορές το απαιτήσει καθήκον τους. Ο Πρωτεπιστάτης όµως δεν µπορεί να αποµακρυνθεί από την έδρα του. Οι Επιστάτες είναι µεταξύ τους ίσοι και ο Πρωτεπιστάτης πρώτος µεταξύ ίσων. Οι αποφάσεις λαµβάνονται κατά πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας υποβάλλεται η υπόθεση στην κρίση και απόφαση της Ιερής Κοινότητας. Κάθε δε απόφαση της Ιερής Επιστασίας που λαµβάνεται εν αγνοία ενός Επιστάτη είναι άκυρη. Η Ιερή Επιστασία οφείλει να διεκπεραιώνει και να σφραγίζει την αλληλογραφία της Ιερής Κοινότητας. Η δε σφραγίδα της Ιερής Κοινότητας, που φέρει στο µέσο την εικόνα της Θεοτόκου, παραδίδεται κάθε φορά στους νέους Επιστάτες κατά την ανέκαθεν κρατούσα τάξη κι αυτό γιατί είναι διαιρεµένη σε τέσσερα κοµµάτια και ο κάθε Επιστάτης κρατάει και από ένα. Επίσης η Ιερή Επιστασία οφείλει να φροντίζει για την καθαριότητα και την επισκευή των δρόµων στις Καρυές, καθώς και για το φωτισµό τους, να διενεργεί αστϋιατρικές επιθεωρήσεις, να προβαίνει στη διατίµηση των τροφίµων, να επιβλέπει την ευπρεπή και κόσµια συµπεριφορά, απαγορεύοντας τις αταξίες, τα άσµατα κ.λ.π. στους κεντρικούς δρόµους, να παρακολουθεί τις ώρες λειτουργίας των καταστηµάτων κ.α. Τέλος, η Ιερή Επιστασία διαχειρίζεται το Κοινό Ταµείο µε την ευθύνη των Μονών.

Η Έκτακτη Εικοσαµελής Σύναξη αποτελείται από τους Ηγουµένους και τους Προϊσταµένους των Είκοσι ιερών Μονών. Αυτή συνέρχεται αυτοδικαίως δύο φορές το χρόνο. Μία φορά 15 ηµέρες µετά το Πάσχα και µία φορά στις 20 Αυγούστου. Η Έκτακτη Εικοσαµελής Σύναξη αποτελεί το ανώτατο νοµοθετικό και δικαστικό σώµα στο Άγιο Όρος. Τέλος, στο Οικουµενικό Πατριαρχείο, ως ανώτατο δικαστήριο υπάγονται όλες οι πνευµατικές υποθέσεις. Επίσης το Οικουµενικό Πατριαρχείο εγκρίνει τις Κανονιστικές διατάξεις που έχουν πνευµατικό χαρακτήρα και ψηφίζονται από την Έκτακτη Εικοσαµελή Σύναξη. Και µε τον τρόπο αυτόν της οργάνωσης και διοίκησης των ιερών Μονών του Αγίου Όρους, διαφυλάσσεται µε κάθε ακρίβεια η ησυχία, η υποµονή, η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη και γενικά η τάξη και η πειθαρχία που πρέπει να επικρατεί στο Άγιο Όρος.



  
Άγιον Όρος \Γενικά στοιχεία \Η διοίκηση του Αγίου Όρους

Ελληνικά - English - Υποστήριξη πολυτονικών - Login - Αναζήτηση
active³plus · © 2000 - 2005 IPS Ltd · Όροι χρήσης ·